Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Notoriety
01
διασημότητα
the state of having a widespread negative reputation due to a bad or disapproving behavior or characteristic
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
The thief gained notoriety for his string of daring bank robberies across three states.
Ο κλέφτης απέκτησε διασημότητα για τη σειρά του από τολμηρές ληστείες τραπεζών σε τρεις πολιτείες.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
notoriety
notor



























