notoriety
Pronunciation
/ˌnoʊtɝˈaɪəti/

Ορισμός και σημασία του "notoriety"στα αγγλικά

01

διασημότητα

the state of having a widespread negative reputation due to a bad or disapproving behavior or characteristic
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
His actions were marked by notoriety, making him a subject of public criticism.
Οι πράξεις του σημαδεύτηκαν από διασημότητα, κάνοντάς τον αντικείμενο δημόσιας κριτικής.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store