Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
noticed
01
παρατηρημένος, αντιληπτός
observed or perceived by someone
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most noticed
συγκριτικός βαθμός
more noticed
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The noticed presence of security cameras deterred potential intruders from entering the building.
Η παρατηρηθείσα παρουσία κάμερων ασφαλείας απέτρεψε πιθανούς εισβολείς από την είσοδο στο κτίριο.
Λεξικό Δέντρο
unnoticed
noticed
notice



























