Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to notify
01
ειδοποιώ, πληροφορώ
to officially let someone know about something
Transitive: to notify sb of sth | to notify sb about sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
notify
γ΄ ενικό πρόσωπο
notifies
ενεστώτα μετοχή
notifying
απλός αόριστος
notified
παθητική μετοχή
notified
Παραδείγματα
The school will notify parents in advance of any changes to the academic calendar.
Το σχολείο θα ειδοποιήσει τους γονείς εκ των προτέρων για οποιεσδήποτε αλλαγές στο ακαδημαϊκό ημερολόγιο.
Λεξικό Δέντρο
notifiable
notify



























