to notify
no
ˈnəʊ
new
ti
ti
fy
faɪ
fai

Ορισμός και σημασία του "notify"στα αγγλικά

to notify
01

ειδοποιώ, πληροφορώ

to officially let someone know about something 
Transitive: to notify sb of sth | to notify sb about sth
to notify definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
notify
γ΄ ενικό πρόσωπο
notifies
ενεστώτα μετοχή
notifying
απλός αόριστος
notified
παθητική μετοχή
notified
Παραδείγματα
The school will notify parents in advance of any changes to the academic calendar. 

Το σχολείο θα ειδοποιήσει τους γονείς εκ των προτέρων για οποιεσδήποτε αλλαγές στο ακαδημαϊκό ημερολόγιο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store