Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
notifiable
01
αναφορέας, υποχρεωτικής ειδοποίησης
(of a disease or a crime) so chronic or serious that requires official notification and must be reported to the appropriate authorities
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
health, law, administration
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
notifiable
notify



























