Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
noticeable
01
ορατός, αξιοσημείωτος
having qualities that make something easily seen or recognized
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most noticeable
συγκριτικός βαθμός
more noticeable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The stain on his shirt was noticeable from across the room.
Ο λεκές στο πουκάμισό του ήταν αισθητός από την άλλη πλευρά του δωματίου.
02
αξιοσημείωτος, ορατός
worthy of attention or recognition due to its distinct characteristics
Παραδείγματα
The restaurant is noticeable for its unique decor and vibrant atmosphere.
Το εστιατόριο είναι αξιοσημείωτο για τη μοναδική του διακόσμηση και τη ζωντανή ατμόσφαιρά του.
Λεξικό Δέντρο
noticeability
noticeableness
noticeably
noticeable
notice



























