notable
no
ˈnəʊ
new
table
təbl
tēbl
potablequotable

Ορισμός και σημασία του "notable"στα αγγλικά

01

αξιοσημείωτος, σημαντικός

deserving attention because of being remarkable or important 
notable definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most notable
συγκριτικός βαθμός
more notable
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
importance, achievement, recognition
Παραδείγματα
The scientist made notable contributions to the field of physics. 

Ο επιστήμονας έκανε αξιοσημείωτες συνεισφορές στον τομέα της φυσικής.

01

διακεκριμένο πρόσωπο, σημαντική φιγούρα

a person who is important or distinguished in a particular field 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
notables
Παραδείγματα
The guest list included several notables from the world of science. 

Η λίστα των καλεσμένων περιλάμβανε αρκετούς σημαντικούς ανθρώπους από τον κόσμο της επιστήμης.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

notability
notably
notable
not
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store