Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Notation
01
σημειογραφία, σύστημα σημειογραφίας
a system of written signs or symbols that are used in music or mathematics
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
notations
02
σημειογραφία, σύστημα σημειογραφίας
the activity of representing something by a special system of marks or characters
03
σημείωση, σχόλιο
a comment or instruction (usually added)
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
denotation
notation
notate
note



























