notability
Pronunciation
/nˌoʊɾəbˈɪlɪɾi/

Ορισμός και σημασία του "notability"στα αγγλικά

01

διακεκριμένο πρόσωπο, εξέχων χαρακτήρας

a distinguished person, especially in a specific field or community
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
notabilities
Παραδείγματα
The museum exhibit was opened by a cultural notability.
Η έκθεση του μουσείου άνοιξε από μια πολιτιστική προσωπικότητα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store