notability
no
ˌnəʊ
new
ta
bi
ˈbɪ
bi
li
ty
ti
ti
nobility

Ορισμός και σημασία του "notability"στα αγγλικά

01

διακεκριμένο πρόσωπο, εξέχων χαρακτήρας

a distinguished person, especially in a specific field or community 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
notabilities
Παραδείγματα
The gala was attended by several local notabilities. 

Στο γκαλά παρευρέθηκαν αρκετές τοπικές προσωπικότητες.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store