Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
notable
01
αξιοσημείωτος, σημαντικός
deserving attention because of being remarkable or important
Παραδείγματα
The notable decline in crime rates was attributed to increased police presence.
Η αξιοσημείωτη πτώση των ποσοστών εγκληματικότητας αποδόθηκε στην αυξημένη αστυνομική παρουσία.
Notable
01
διακεκριμένο πρόσωπο, σημαντική φιγούρα
a person who is important or distinguished in a particular field
Παραδείγματα
The award ceremony honored notables who had made significant contributions to society.
Η τελετή βράβευσης τίμησε σημαντικά πρόσωπα που είχαν κάνει σημαντικές συνεισφορές στην κοινωνία.
Λεξικό Δέντρο
notability
notably
notable
not



























