notable
Pronunciation
/ˈnoʊtəbəl/

Ορισμός και σημασία του "notable"στα αγγλικά

01

αξιοσημείωτος, σημαντικός

deserving attention because of being remarkable or important
notable definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most notable
συγκριτικός βαθμός
more notable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The notable decline in crime rates was attributed to increased police presence.
Η αξιοσημείωτη πτώση των ποσοστών εγκληματικότητας αποδόθηκε στην αυξημένη αστυνομική παρουσία.
01

διακεκριμένο πρόσωπο, σημαντική φιγούρα

a person who is important or distinguished in a particular field
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
notables
Παραδείγματα
The award ceremony honored notables who had made significant contributions to society.
Η τελετή βράβευσης τίμησε σημαντικά πρόσωπα που είχαν κάνει σημαντικές συνεισφορές στην κοινωνία.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store