audible
au
ˈɑ
α
di
ντα
ble
bəl
μπαλ
/ˈɔːdəbə‍l/

Ορισμός και σημασία του "audible"στα αγγλικά

01

ακουστός, ακούγεται

(of a sound) loud enough to be heard by everyone

hearable

audible definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most audible
συγκριτικός βαθμός
more audible
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The teacher 's instructions were clearly audible to all the students in the classroom.
Οι οδηγίες του δασκάλου ήταν καθαρά ακουστές σε όλους τους μαθητές στην τάξη.
01

ένα audible, μια αλλαγή στο παιχνίδι που κλήθηκε στη γραμμή του scrimmage

a change in the play called by the quarterback at the line of scrimmage in American football, in response to the defense
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
audibles
Παραδείγματα
The coach trusted the quarterback to call an audible when necessary during the game.
Ο προπονητής εμπιστεύτηκε τον quarterback να καλέσει ένα audible όταν χρειαστεί κατά τη διάρκεια του παιχνιδιού.

Λεξικό Δέντρο

audibility
audibleness
audibly
audible
aud
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store