hearable
Pronunciation
/hˈɪɹəbəl/

Ορισμός και σημασία του "hearable"στα αγγλικά

01

ακουστός, αντιληπτός από το αυτί

capable of being perceived by the ear

audible

hearable definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most hearable
συγκριτικός βαθμός
more hearable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The sound of the approaching train grew more hearable as it neared.
Ο ήχος του πλησιάζοντος τρένου έγινε πιο ακουστός καθώς πλησίαζε.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store