hearable
hearable
'hɪərəbəl
hierēbēl
heatable

Ορισμός και σημασία του "hearable"στα αγγλικά

01

ακουστός, αντιληπτός από το αυτί

capable of being perceived by the ear 

audible

hearable definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most hearable
συγκριτικός βαθμός
more hearable
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
sound, perception, audition
Παραδείγματα
The distant hum of traffic was faint but hearable. 

Ο μακρινός θόρυβος της κυκλοφορίας ήταν αμυδρός αλλά ακουστός.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

unhearable
hearable
hear
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store