Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Hearing
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hearings
Παραδείγματα
His hearing was exceptionally acute, allowing him to detect even faint sounds in the forest.
Η ακοή του ήταν εξαιρετικά οξεία, επιτρέποντάς του να ανιχνεύει ακόμη και αμυδρούς ήχους στο δάσος.
Παραδείγματα
The judge scheduled a hearing to review the evidence presented by both parties.
Ο δικαστής προγραμματίσε μια ακροαση για να εξετάσει τις αποδείξεις που παρουσιάστηκαν από και τις δύο πλευρές.
03
ακρόαση, ακρόαση
an occasion or opportunity to present one's views and be listened to
Παραδείγματα
Every citizen deserves a fair hearing before judgment.
Κάθε πολίτης αξίζει μια δίκαιη ακρόαση πριν από την κρίση.
04
ακουστικό εύρος, ακουστική ακτίνα
the distance or area within which sound, especially a voice, can be perceived
Παραδείγματα
He shouted until the ship was out of hearing.
Φώναξε μέχρι το πλοίο να βγει εκτός εμβέλειας της ακοής.
05
ακρόαση, ακρόαση
the act of paying attention to or listening closely to sound or speech
Παραδείγματα
He leaned forward, giving her words his full hearing.
Έγειρε προς τα εμπρός, δίνοντας στα λόγια της όλη του την προσοχή.
hearing
01
ακουστικός, ακούων
able to detect or perceive sound
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most hearing
συγκριτικός βαθμός
more hearing
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Even the hearing children struggled to catch the faint words.
Ακόμη και τα ακούοντα παιδιά δυσκολεύτηκαν να πιάσουν τις αμυδρές λέξεις.
Λεξικό Δέντρο
rehearing
hearing
hear



























