audacity
au
ɔ:
ο
da
ˈdæ
νται
ci
σα
ty
ti
τι
voracityopacityincapacitypertinacity

Ορισμός και σημασία του "audacity"στα αγγλικά

01

τολμηρότητα, θρασύτητα

aggressive boldness or unmitigated effrontery 
audacity definition and meaning
02

τολμηρότητα, θράσος

fearless daring 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store