au fait
au
əʊfeɪ
ewfei
fait

Ορισμός και σημασία του "au fait"στα αγγλικά

01

ειδικός, έμπειρος

knowledgeable or skilled in a particular subject or activity 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She is au fait with the complexities of international law. 

Είναι εξοικειωμένη με τις πολυπλοκότητες του διεθνούς δικαίου.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store