au fait
Pronunciation
/ˌoʊ fˈeɪt/

Ορισμός και σημασία του "au fait"στα αγγλικά

01

ειδικός, έμπειρος

knowledgeable or skilled in a particular subject or activity
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The lawyer is au fait with the latest legal regulations surrounding privacy.
Ο δικηγόρος είναι εξοικειωμένος με τις τελευταίες νομικές ρυθμίσεις σχετικά με την ιδιωτικότητα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store