noisy
noi
ˈnɔɪ
νοϊ
sy
zi
ζι
newsynosy

Ορισμός και σημασία του "noisy"στα αγγλικά

01

θορυβώδης, φωνακλάς

producing or having a lot of loud and unwanted sound 
noisy definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
noisiest
συγκριτικός βαθμός
noisier
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
sound, environment, perception
Παραδείγματα
The airport terminal was a noisy place with announcements blaring over the speakers and passengers rushing to catch their flights. 

Ο τερματικός σταθμός του αεροδρομίου ήταν ένα θορυβώδες μέρος με ανακοινώσεις που ηχούσαν από τα ηχεία και επιβάτες που έτρεχαν να προλάβουν τις πτήσεις τους.

02

φανταχτερός, επιδεικτικός

showy or attention-grabbing in a way that is excessive 
Παραδείγματα
His noisy suit, bright with clashing colors, turned heads wherever he went. 

Το θορυβώδες του κοστούμι, φωτεινό με συγκρουόμενα χρώματα, τραβούσε τα βλέμματα όπου πήγαινε.

03

θορυβώδης, παραμορφωμένος

(of data) containing irrelevant or incorrect information 
Παραδείγματα
The data was noisy, with many errors and irrelevant points. 

Τα δεδομένα ήταν θορυβώδη, με πολλά λάθη και άσχετα σημεία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

noisily
noisiness
noisy
noise
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store