noisy
Pronunciation
/ˈnɔɪzi/

Ορισμός και σημασία του "noisy"στα αγγλικά

01

θορυβώδης, φωνακλάς

producing or having a lot of loud and unwanted sound
noisy definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
noisiest
συγκριτικός βαθμός
noisier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The construction site was noisy, with machinery and workers making loud noises.
Ο εργοτάξιο ήταν θορυβώδης, με μηχανήματα και εργάτες να κάνουν δυνατούς θορύβους.
02

φανταχτερός, επιδεικτικός

showy or attention-grabbing in a way that is excessive
Παραδείγματα
Her noisy red dress sparkled under the lights, instantly drawing attention as she entered the room.
Το φανταχτερό κόκκινο φόρεμά της λάμπυρε κάτω από τα φώτα, τραβώντας αμέσως την προσοχή όταν μπήκε στο δωμάτιο.
03

θορυβώδης, παραμορφωμένος

(of data) containing irrelevant or incorrect information
Παραδείγματα
The noisy data caused problems in the calculations.
Τα θορυβώδη δεδομένα προκάλεσαν προβλήματα στους υπολογισμούς.

Λεξικό Δέντρο

noisily
noisiness
noisy
noise
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store