Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Nomad
01
νομάς, περιπλανώμενος
a person or group that moves from place to place, usually in search of food, water, or pasture, rather than living permanently in one location
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
nomads
Παραδείγματα
The nomads traveled across the desert with their herds.
Οι νομάδες ταξίδεψαν μέσα από την έρημο με τις αγέλες τους.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
nomadic
nomad



























