nom
nom
nɒm
νομ
tomsomguamhalm

Ορισμός και σημασία του "nom"στα αγγλικά

01

λιχουδιές, λαχταριστά

tasty or delicious food 
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
plural
not gender specific
πληθυντικός τύπος
noms
Παραδείγματα
Those tacos are some serious noms. 

Αυτά τα τάκο είναι σοβαρά νόστιμα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store