nippy
ni
ˈnɪ
ni
ppy
pi
pi
nappy

Ορισμός και σημασία του "nippy"στα αγγλικά

01

κοφτερός, κρύος

(of weather) having a sharp, cold quality 
nippy definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
nippiest
συγκριτικός βαθμός
nippier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The morning air was nippy, signaling the arrival of fall. 

Ο πρωινός αέρας ήταν τσουχτερός, σηματοδοτώντας την άφιξη του φθινοπώρου.

02

πικάντικος, αλμυρός

having a sharp, tangy flavor 
Παραδείγματα
The cheese had a nippy taste that lingered on the tongue. 

Το τυρί είχε μια πικάντικη γεύση που παρέμενε στη γλώσσα.

03

γρήγορος, ευκίνητος

having the ability to move fast 
Παραδείγματα
The nippy fox dashed through the forest to avoid capture. 

Η γρήγορη αλεπού έτρεξε μέσα από το δάσος για να αποφύγει τη σύλληψη.

04

δαγκωτός, με τάση να δαγκώνει

(of an animal) having a tendency to bite 
Παραδείγματα
The nippy dog barked and nipped at my heels as I passed by. 

Ο δαγκωμένος σκύλος γάβγισε και μού δάγκωσε τις φτέρνες καθώς περνούσα.

Λεξικό Δέντρο

nippy
nip
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store