Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to nip
01
τσιμπώ, σφίγγω
squeeze tightly between the fingers
Transitive: to nip sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
nip
γ΄ ενικό πρόσωπο
nips
ενεστώτα μετοχή
nipping
απλός αόριστος
nipped
παθητική μετοχή
nipped
Παραδείγματα
She nipped the button on the jacket to fasten it securely.
Τσίμπησε το κουμπί στο σακάκι για να το στερεώσει καλά.
02
δαγκώνω ελαφρά, τσιμπάω
to give a small, quick bite
Transitive: to nip sth | to nip at sth
Παραδείγματα
The puppy would nip at my heels when it got excited during playtime.
Το κουτάβι δαγκώνει τις φτέρνες μου όταν ενθουσιάζεται κατά τη διάρκεια του παιχνιδιού.
03
τσιμπώ, αρπάζω
to take something away quickly by pinching or squeezing it with force
Transitive: to nip sth
Παραδείγματα
He nipped the flower from the garden and tucked it in his pocket.
Έκοψε το λουλούδι από τον κήπο και το έβαλε στην τσέπη του.
Nip
01
ένα μικρό κοφτερό δάγκωμα, ένα μικρό τσίμπημα
a small sharp bite or snip
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
nips
02
αψύτητα, στυφότητα
a tart spicy quality
03
δροσιά, μέτριο κρύο
the property of being moderately cold
04
απόσταξη, πικάντικη γεύση
the taste experience when a savoury condiment is taken into the mouth
05
προσβλητικός όρος για άτομο ιαπωνικής καταγωγής, φυλετική προσβολή κατά των Ιαπώνων
(offensive slang) offensive term for a person of Japanese descent
Λεξικό Δέντρο
nipper
nipping
nip



























