Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
nescient
01
αγνωστικιστικός, αγνώμων
believing that knowledge of spiritual matters, ultimate causes, or metaphysical truths is impossible
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most nescient
συγκριτικός βαθμός
more nescient
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His nescient outlook led him to dismiss all spiritual teachings as irrelevant.
Η nescient άποψή του τον οδήγησε να απορρίψει όλες τις πνευματικές διδασκαλίες ως άσχετες.
02
αγνοών, ασυνείδητος
lacking knowledge, awareness, or understanding
Παραδείγματα
His nescient attitude towards cultural differences made it challenging for him to navigate international business dealings.
Η αδαής στάση του απέναντι στις πολιτισμικές διαφορές έκανε δύσκολο για αυτόν να πλοηγηθεί στις διεθνείς επιχειρηματικές συναλλαγές.
Λεξικό Δέντρο
nescient
nesci



























