Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
nerveless
01
ατάραχος, ήρεμος
remaining calm and composed under pressure or in stressful situations
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most nerveless
συγκριτικός βαθμός
more nerveless
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She faced the challenging situation with a nerveless attitude, impressing everyone around her.
Αντιμετώπισε την προκλητική κατάσταση με μια ατάραχη στάση, εντυπωσιάζοντας όλους γύρω της.
Παραδείγματα
His nervless attitude made him reluctant to voice his opinions.
Η δειλή του στάση τον έκανε απρόθυμο να εκφράσει τις απόψεις του.
Λεξικό Δέντρο
nervelessly
nervelessness
nerveless
nerve



























