nerves
nerves
nɜ:vz
nēvz
nervus

Ορισμός και σημασία του "nerves"στα αγγλικά

01

νεύρα, άγχος

an uneasy psychological state 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
plural
not gender specific
02

νεύρα, συναισθήματα

control of your emotions 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store