attempted
Pronunciation
/əˈtɛmptɪd/

Ορισμός και σημασία του "attempted"στα αγγλικά

01

απόπειρα

(of a crime, suicide, etc.) not done successfully
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He was charged with attempted murder after the altercation.
Κατηγορήθηκε για απόπειρα δολοφονίας μετά τη συμπλοκή.

Λεξικό Δέντρο

attempted
attempt
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store