attempted
a
ə
ē
ttemp
ˈtɛmp
temp
ted
tɪd
tid
attested

Ορισμός και σημασία του "attempted"στα αγγλικά

01

απόπειρα

(of a crime, suicide, etc.) not done successfully 
attempted definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
crime, action, outcome
Παραδείγματα
The police investigated an attempted robbery at the bank. 

Η αστυνομία ερεύνησε μια απόπειρα ληστείας στην τράπεζα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

attempted
attempt
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store