Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
attempted
01
απόπειρα
(of a crime, suicide, etc.) not done successfully
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He was charged with attempted murder after the altercation.
Κατηγορήθηκε για απόπειρα δολοφονίας μετά τη συμπλοκή.
Λεξικό Δέντρο
attempted
attempt



























