Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Attender
01
ακροατής, προσεκτικός ακροατής
someone who listens attentively
02
υπηρέτης, βοηθός
someone who waits on or tends to or attends to the needs of another
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
attenders
03
συμμετέχων, βοηθός
a person who is present and participates in a meeting
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
nonattender
attender
attend



























