Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
negligently
01
αμελώς
in a careless way that causes harm or fails to meet expected duty
επίσημο
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The surgeon had acted negligently by failing to check the patient's chart.
Ο χειρουργός είχε ενεργήσει αμελώς μη ελέγχοντας το φάκελο του ασθενούς.
02
απρόσεκτα, αμελώς
in a casually relaxed or unconcerned manner
Παραδείγματα
He negligently flicked his cigarette into the street.
Αυτός αμελώς πέταξε το τσιγάρο του στο δρόμο.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
negligently
negligent
neglig



























