Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
negligently
01
αμελώς
in a careless way that causes harm or fails to meet expected duty
Παραδείγματα
They had negligently ignored repeated warnings about the bridge's safety.
Είχαν αμελώς αγνοήσει τις επαναλαμβανόμενες προειδοποιήσεις για την ασφάλεια της γέφυρας.
02
απρόσεκτα, αμελώς
in a casually relaxed or unconcerned manner
Παραδείγματα
The cat stretched negligently across the sun-warmed windowsill.
Η γάτα τεντώθηκε αμελώς στο περβάζι του παραθύρου που ζεσταίνονταν από τον ήλιο.
Λεξικό Δέντρο
negligently
negligent
neglig



























