narcolepsy
nar
ˈnɑ:
naa
co
lep
ˌlɛp
lep
sy
si
si

Ορισμός και σημασία του "narcolepsy"στα αγγλικά

01

ναρκοληψία, ασθένεια ύπνου

a neurological condition causing sudden, uncontrollable episodes of sleep, often accompanied by muscle weakness or vivid dreams 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Jane's narcolepsy caused her to unexpectedly fall asleep during daily activities, affecting her work. 

Η ναρκοληψία της Jane την έκανε να κοιμηθεί απροσδόκητα κατά τη διάρκεια των καθημερινών δραστηριοτήτων, επηρεάζοντας τη δουλειά της.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store