narcolepsy
nar
ˈnɑr
ναρ
co
κα
lep
ˌlɛp
λεπ
sy
si
σι
/nˈɑːkə‍ʊlˌɛpsi/

Ορισμός και σημασία του "narcolepsy"στα αγγλικά

01

ναρκοληψία, ασθένεια ύπνου

a neurological condition causing sudden, uncontrollable episodes of sleep, often accompanied by muscle weakness or vivid dreams
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Narcolepsy is often diagnosed through a combination of medical history, sleep studies, and neurological examinations.
Η ναρκοληψία συχνά διαγιγνώσκεται μέσω ενός συνδυασμού ιατρικού ιστορικού, μελετών ύπνου και νευρολογικών εξετάσεων.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store