Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to narrate
01
αφηγούμαι, διηγούμαι
to provide a spoken or written description of an event, story, etc.
Transitive: to narrate a story or event
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
narrate
γ΄ ενικό πρόσωπο
narrates
ενεστώτα μετοχή
narrating
απλός αόριστος
narrated
παθητική μετοχή
narrated
Παραδείγματα
She stood in front of the class to narrate her experience during the summer vacation.
Στάθηκε μπροστά στην τάξη για να αφηγηθεί την εμπειρία της κατά τις καλοκαιρινές διακοπές.
02
αφηγούμαι, αφηγηθεί
to explain the events taking place in a movie, documentary, etc. as part of the program itself
Transitive: to narrate a piece of media
Παραδείγματα
The documentary was narrated by a renowned actor, whose voice added gravitas to the storytelling.
Το ντοκιμαντέρ αφηγήθηκε από έναν διακεκριμένο ηθοποιό, του οποίου η φωνή πρόσθεσε βαρύτητα στην αφήγηση.
Λεξικό Δέντρο
narration
narrative
narrator
narrate
narr



























