Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Nark
01
πληροφοριοδότης, κατάδοτος
a snitch or informer who tells authorities or others about wrongdoing
informal
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
narks
Παραδείγματα
The nark ratted out his friends for skipping school.
Ο πληροφοριοδότης κατήγγειλε τους φίλους του για την αποχή από το σχολείο.
02
πράκτορας ναρκωτικών, αστυνομικός ναρκωτικών
a lawman concerned with narcotics violations
to nark
01
ενοχλώ, ερεθίζω
to irritate or bother someone, especially with small annoyances
Transitive: to nark sb
Παραδείγματα
The persistent delays have narked her.
Οι συνεχείς καθυστερήσεις την ενοχλούν.
02
καταδίδω, πληροφορώ
to secretly inform on someone or report their actions, often to authorities
Intransitive: to nark on sb | to nark to an authority
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
nark
γ΄ ενικό πρόσωπο
narks
ενεστώτα μετοχή
narking
απλός αόριστος
narked
παθητική μετοχή
narked
Παραδείγματα
He was afraid to nark on the group, but the pressure was too much.
Φοβόταν να καταδώσει την ομάδα, αλλά η πίεση ήταν πολύ μεγάλη.



























