Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Narcist
01
ναρκισσιστής, αυτολαγνικός
someone in love with themselves
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
narcists
Λεξικό Δέντρο
narcissist
narcist



























