Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
mysterious
01
μυστηριώδης, αινιγματικός
difficult or impossible to comprehend or explain
Παραδείγματα
The disappearance of the hiker in the dense forest was mysterious, with no clear trail or evidence left behind.
Η εξαφάνιση του πεζοπόρου στο πυκνό δάσος ήταν μυστηριώδης, χωρίς σαφές ίχνος ή αποδεικτικά στοιχεία που αφέθηκαν πίσω.
02
μυστηριώδης, αινιγματικός
(of a person) having an enigmatic or puzzling quality, often suggesting hidden motives or characteristics
Παραδείγματα
He was a mysterious figure, rarely speaking but always observing.
Ήταν μια μυστηριώδης φιγούρα, που μιλούσε σπάνια αλλά παρατηρούσε πάντα.
Λεξικό Δέντρο
mysteriously
mysterious
mystery



























