motley
mot
ˈmɒt
mot
ley
li
li
hotly

Ορισμός και σημασία του "motley"στα αγγλικά

01

πολύχρωμο ύφασμα, πολύχρωμο μαλλινό ύφασμα

a multicolored woolen fabric made by weaving threads of different colors, used in 14th–17th century England 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
motleys
Παραδείγματα
The merchant displayed bolts of motley at the market. 

Ο έμπορος παρουσίασε ρολά motley στην αγορά.

02

στολή γελωτοποιού, πολύχρωμο ένδυμα

a garment made of multicolored fabric, traditionally worn by court jesters or performers 
Παραδείγματα
The jester's motley jingled with tiny bells as he bowed. 

Το πολύχρωμο ένδυμα του γελωτοποιού κουδούνιζε με μικρά κουδουνάκια καθώς υποκλινόταν.

03

ποικίλη συλλογή, ετερογενές μείγμα

a collection composed of a diverse or heterogeneous assortment of items 
Παραδείγματα
The meeting brought together a motley of artists, engineers, and scholars. 

Η συνάντηση συγκέντρωσε ένα μείγμα καλλιτεχνών, μηχανικών και λογίων.

to motley
01

πολυχρωμίζω, κάνω πολύχρωμο

to make something multicolored 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
motley
γ΄ ενικό πρόσωπο
motleys
ενεστώτα μετοχή
motleying
απλός αόριστος
motleyed
παθητική μετοχή
motleyed
Παραδείγματα
The artist motleyed the canvas with splashes of red and blue. 

Ο καλλιτέχνης ποικίλωσε τον καμβά με πιτσιλιές κόκκινου και μπλε.

02

ποικίλλω, διαφοροποιώ

to make something more diverse or varied in kind or character 
Παραδείγματα
The director motleyed the cast to reflect a broader range of experiences. 

Ο σκηνοθέτης ποικίλωσε το καστ για να αντανακλά ένα ευρύτερο φάσμα εμπειριών.

01

πολύχρωμος, ποικίλος

having parts or patches of different, often bright, colors 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
mottliest
συγκριτικός βαθμός
mottlier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
A motley quilt of fabric scraps covered the bed. 

Ένα πολύχρωμο πάπλωμα από κομμάτια υφάσματος κάλυπτε το κρεβάτι.

02

ποικίλος, ανόμοιος

made up of a varied, often incongruous mixture of elements or types 
Παραδείγματα
The team was a motley group of amateurs and professionals. 

Η ομάδα ήταν μια ποικιλόμορφη ομάδα ερασιτεχνών και επαγγελματιών.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store