morally
mo
ˈmɔ
μο
ra
ρα
lly
li
λι
British pronunciation
/mˈɒɹə‍li/

Ορισμός και σημασία του "morally"στα αγγλικά

01

ηθικά, από ηθικής άποψης

with regard to what behavior is wrong or right
example
Παραδείγματα
Morally, honesty is highly valued in personal relationships.
Ηθικά, η ειλικρίνεια εκτιμάται ιδιαίτερα στις προσωπικές σχέσεις.
1.1

ηθικά, με ηθικό τρόπο

in a way that follows accepted rules of behavior or standards of goodness
morally definition and meaning
example
Παραδείγματα
It 's important to teach children to behave morally from a young age.
Είναι σημαντικό να διδάσκουμε τα παιδιά να συμπεριφέρονται ηθικά από μικρή ηλικία.
02

ηθικά, πρακτικά

in effect; for all practical purposes
example
Παραδείγματα
Morally, he's no longer part of the team since he resigned.
Πρακτικά, δεν αποτελεί πλέον μέρος της ομάδας από τότε που παραιτήθηκε.

Λεξικό Δέντρο

immorally
morally
moral
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

stars

app store