Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to moo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
moo
γ΄ ενικό πρόσωπο
moos
ενεστώτα μετοχή
mooing
απλός αόριστος
mooed
παθητική μετοχή
mooed
Παραδείγματα
The cows mooed loudly as the farmer entered the barn.
Οι αγελάδες μουγκάρισαν δυνατά όταν ο αγρότης μπήκε στην αχυρώνα.
Moo
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
moos
Παραδείγματα
The sound of a distant moo echoed across the field.
Ο ήχος ενός μακρινού μου αντηχήσε σε όλο το χωράφι.



























