monolithic
Pronunciation
/ˌmɑnəˈɫɪθɪk/

Ορισμός και σημασία του "monolithic"στα αγγλικά

monolithic
01

μονολιθικός, τεράστιος

extremely large and solid, often giving an impression of immovability
monolithic definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most monolithic
συγκριτικός βαθμός
more monolithic
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The monolithic boulder in the center of the field was so large it seemed to have been placed there by ancient giants.
Ο μονολιθικός βράχος στο κέντρο του χωραφιού ήταν τόσο μεγάλος που φαινόταν σαν να είχε τοποθετηθεί εκεί από αρχαίους γίγαντες.
02

μονολιθικός, από ένα ενιαίο τεμάχιο

consisting of one single, massive piece or material
Παραδείγματα
The monolithic rock formation was a popular tourist attraction due to its sheer size.
Η μονολιθική βραχώδης σχηματισμός ήταν μια δημοφιής τουριστική ατραξιόν λόγω του τεράστιου μεγέθους της.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store