Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
monolithic
01
μονολιθικός, τεράστιος
extremely large and solid, often giving an impression of immovability
Παραδείγματα
The monolithic boulder in the center of the field was so large it seemed to have been placed there by ancient giants.
Ο μονολιθικός βράχος στο κέντρο του χωραφιού ήταν τόσο μεγάλος που φαινόταν σαν να είχε τοποθετηθεί εκεί από αρχαίους γίγαντες.
Παραδείγματα
The monolithic rock formation was a popular tourist attraction due to its sheer size.
Η μονολιθική βραχώδης σχηματισμός ήταν μια δημοφιής τουριστική ατραξιόν λόγω του τεράστιου μεγέθους της.
Λεξικό Δέντρο
monolithic
lithic



























