monoplane
mo
mɑ:
maa
no
noʊ
now
plane
pleɪn
plein
/mˈɒnə‍ʊplˌe‍ɪn/

Ορισμός και σημασία του "monoplane"στα αγγλικά

01

μονόπτερο, αεροπλάνο μονόπτερο

an airplane with a single wing
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
monoplanes
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store