monoplane
mo
mɒ
mo
no
nəʊ
new
plane
pleɪn
plein

Ορισμός και σημασία του "monoplane"στα αγγλικά

01

μονόπτερο, αεροπλάνο μονόπτερο

an airplane with a single wing 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
monoplanes

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

monoplane
plane
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store