monolight
mo
ˈmɒ
mo
no
nəʊ
new
light
laɪt
lait
moonlight

Ορισμός και σημασία του "monolight"στα αγγλικά

01

μονοφωτία, αυτόνομη φωτογραφική μονάδα φωτισμού

a self-contained photographic lighting unit that combines a flash tube, power source, and modeling light into a single, portable device 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
monolights

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

monolight
light
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store