Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Monolight
01
μονοφωτία, αυτόνομη φωτογραφική μονάδα φωτισμού
a self-contained photographic lighting unit that combines a flash tube, power source, and modeling light into a single, portable device
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
monolights
Λεξικό Δέντρο
monolight
light



























