Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
modernized
01
εκσυγχρονισμένος
updated with modern technology or methods
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most modernized
συγκριτικός βαθμός
more modernized
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The historic house was modernized with central heating and electricity.
Το ιστορικό σπίτι εκσυγχρονίστηκε με κεντρική θέρμανση και ηλεκτρικό ρεύμα.
Λεξικό Δέντρο
unmodernized
modernized
modernize
modern



























