mixed-up
mixed
mɪkst
mikst
up
ʌp
ap

Ορισμός και σημασία του "mixed-up"στα αγγλικά

01

μπερδεμένος, σαστισμένος

feeling mentally or emotionally confused 
mixed-up definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most mixed-up
συγκριτικός βαθμός
more mixed-up
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She felt mixed-up after hearing both sides of the story. 

Αισθάνθηκε μπερδεμένη αφού άκουσε και τις δύο πλευρές της ιστορίας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store