Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
mixed-race
01
μικτής φυλής, με γονείς ή προγόνους από διαφορετικές φυλετικές καταβολές
(of a person) having parents or ancestors from different racial backgrounds
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
υπερθετικός βαθμός
most mixed-race
συγκριτικός βαθμός
more mixed-race
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The community has become more diverse, with many mixed-race families.
Η κοινότητα έχει γίνει πιο ποικιλόμορφη, με πολλές μικτής φυλής οικογένειες.



























