misstep
mis
mɪs
mis
step
stɛp
step
instepschlepsteppeskep

Ορισμός και σημασία του "misstep"στα αγγλικά

01

λάθος βήμα, σφάλμα κρίσης

a mistake or error in judgment or action, often resulting from a lapse in careful consideration 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
missteps
Παραδείγματα
The company's misstep in the marketing campaign led to a significant loss of customer trust. 

Το λάθος της εταιρείας στην καμπάνια μάρκετινγκ οδήγησε σε σημαντική απώλεια εμπιστοσύνης των πελατών.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

misstep
step
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store