Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Missionary
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
missionaries
Παραδείγματα
The missionary spent years in remote villages, sharing the teachings of Christianity with the local people.
Ο ιεραπόστολος πέρασε χρόνια σε απομακρυσμένα χωριά, μοιράζοντας τις διδασκαλίες του Χριστιανισμού με τους ντόπιους.
02
ιεραπόστολος, ευαγγελιστής
someone who aggressively promotes or imposes their religious beliefs on others, often without sensitivity to cultural or personal differences
Παραδείγματα
The missionary's approach was seen as insensitive and colonialist by the local community.
Η προσέγγιση του ιεραποστόλου θεωρήθηκε ασυνετής και αποικιοκρατική από την τοπική κοινότητα.
missionary
01
ιεραποστολικός, ευαγγελιστικός
connected with or relating to a religious mission
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She spent years in missionary service abroad.
Πέρασε χρόνια στην ιεραποστολική υπηρεσία στο εξωτερικό.



























