Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
missing
01
αγνοούμενος, λείπων
describing something or someone that cannot be found
Παραδείγματα
The missing puzzle piece prevented them from completing the picture.
Το λείπον κομμάτι του παζλ τους εμπόδισε να ολοκληρώσουν την εικόνα.
02
αγνοούμενος, ανύπαρκτος
nonexistent
Λεξικό Δέντρο
missing
miss



























