missed
missed
mɪst
mist
misused

Ορισμός και σημασία του "missed"στα αγγλικά

01

χαμένος, απαρατήρητος

not perceived, noticed, or apprehended, often due to a lack of attention, awareness, or understanding 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most missed
συγκριτικός βαθμός
more missed
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The missed detail in the contract led to legal disputes later on. 

Η παραλειφθείσα λεπτομέρεια στη σύμβαση οδήγησε σε νομικές διαφορές αργότερα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store