Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
missed
01
χαμένος, απαρατήρητος
not perceived, noticed, or apprehended, often due to a lack of attention, awareness, or understanding
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most missed
συγκριτικός βαθμός
more missed
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
I feel bad about the missed chance to attend the concert.
Αισθάνομαι άσχημα για την χαμένη ευκαιρία να παρακολουθήσω τη συναυλία.
Λεξικό Δέντρο
dismissed
missed
miss



























