missed
Pronunciation
/ˈmɪst/

Ορισμός και σημασία του "missed"στα αγγλικά

01

χαμένος, απαρατήρητος

not perceived, noticed, or apprehended, often due to a lack of attention, awareness, or understanding
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most missed
συγκριτικός βαθμός
more missed
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
I feel bad about the missed chance to attend the concert.
Αισθάνομαι άσχημα για την χαμένη ευκαιρία να παρακολουθήσω τη συναυλία.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store