missal
mi
ˈmɪ
μι
ssal
səl
σαλ
kisselgristlerevisalthistle

Ορισμός και σημασία του "missal"στα αγγλικά

01

λειτουργικό βιβλίο, βιβλίο λειτουργίας

a book containing the prayers, readings, and instructions for the celebration of Mass in the Roman Catholic Church 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
missals
Παραδείγματα
The priest consulted the missal to ensure he followed the correct order of prayers during the Mass. 

Ο ιερέας συμβουλεύτηκε το λειτουργικό βιβλίο για να βεβαιωθεί ότι ακολουθεί τη σωστή σειρά των προσευχών κατά τη διάρκεια της Θείας Λειτουργίας.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

dismissal
missal
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store